αφού

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αφού < ελληνιστική κοινή ἀφοῦ < αρχαία ελληνική ἀφ' οὗ (χρόνου)

Open book 01.svg Σύνδεσμος[]

αφού

  1. (χρονικός) εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις που δηλώνουν το προτερόχρονο
    Γύρισε στο σπίτι και, αφού πρώτα έφαγε, έπεσε για ύπνο.
  2. (αιτιολογικός)
    αφού θες να κάνεις αυτή τη δουλειά, πρέπει να σπουδάσεις στο Πολυτεχνείο

32πχ Μεταφράσεις[]