αφού

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αφού < ελληνιστική κοινή ἀφοῦ < αρχαία ελληνική ἀφ' οὗ (χρόνου)

Σύνδεσμος[επεξεργασία]

αφού

  1. (χρονικός) εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις που δηλώνουν το προτερόχρονο
    Γύρισε στο σπίτι και, αφού πρώτα έφαγε, έπεσε για ύπνο.
  2. (αιτιολογικός)
    αφού θες να κάνεις αυτή τη δουλειά, πρέπει να σπουδάσεις στο Πολυτεχνείο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]