Μετάβαση στο περιεχόμενο

αφρίζω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀφρίζω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αφρίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀφρίζω. Συγχρονικά αναλύεται σε αφρ(ός) + -ίζω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈfɾi.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αφρίζω

αφρίζω (αμετάβατο), αόρ.: άφρισα, μτχ.π.π.: αφρισμένος (χωρίς παθητική φωνή)

  1. (για υγρά) βγάζω αφρούς στην επιφάνειά μου
  2. (για ανθρώπους ή ζώα) σκυλιάζω, με πιάνει κάποια μανία και συνήθως βγάζω αφρούς από το στόμα μου
  3. (μεταφορικά) εκδηλώνω υπερβολικό θυμό
      1954 Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954
    Ο γερο-Μπερναρντόνε δεν μπόρεσε πια να κρατηθεί, άφριζε.
     συνώνυμα: ξαφρίζω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε αφρός

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]