αφρίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αφρίζω < αρχαία ελληνική ἀφρίζω

Ρήμα[επεξεργασία]

αφρίζω

  1. (για υγρά) βγάζω αφρούς στην επιφάνειά μου
  2. (για ανθρώπους ή ζώα) σκυλιάζω, με πιάνει κάποια μανία και συνήθως βγάζω αφρούς από το στόμα μου
  3. (μεταφορικά) εκδηλώνω υπερβολικό θυμό
    Ο γερο-Μπερναρντόνε δεν μπόρεσε πια να κρατηθεί, άφριζε. (Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • αφρίζω απ' το κακό μου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη αφρός

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]