αφρογέννητος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]αφρογέννητος, -η, -ο
- (ποιητικός τύπος ) που γεννιέται από τον / στον αφρό της θάλασσας
- αφρογέννητη Αφροδίτη
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αφρογέννητος
|
|