αφροδισιάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αφροδισιάζω < αρχαία ελληνική ἀφροδισιάζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αφροδισιάζω

  • Αφήνομαι στις αφροδίσιες ηδονές, δίνομαι στην ερωτική πράξη, συνουσιάζομαι, κάνω έρωτα, κάνω σεξ.
Αφροδισιάζουν τακτικά αλλά δεν μένει έγκυος
Ήταν έρωτας τελείως πλατωνικός, γι'αυτό δεν αφροδισίασαν ποτέ
Μετά από 3 μήνες σχέσης αφροδισίασαν για πρώτη φορά


Σημείωση: Στα Αρχαία Ελληνικά, το ρήμα χρησιμοποιείτο στην ενεργητική φωνή για τους άνδρες αλλά στην παθητική φωνή για τις γυναίκες.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]