αφτί
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | αφτί | τα | αφτιά |
| γενική | του | αφτιού | των | αφτιών |
| αιτιατική | το | αφτί | τα | αφτιά |
| κλητική | αφτί | αφτιά | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ιά, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «παιδί» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αφτί < μεσαιωνική ελληνική αὐτί(ν), ἀφτί[1] < αὐτίον < ελληνιστική κοινή ὠτίον, υποκοριστικό του οὖς < αρχαία ελληνική οὖς[2] < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂ṓws < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂ew (βλέπω).
- Ο σημερινός τύπος αφτί σχηματίστηκε από τον έναθρο πληθυντικό τὰ ὠτία [ta‿oˈti.a] > *ταοὐτία [tawˈti.a], με ημιφωνοποίηση [o > w] για αποφυγή της χασμωδίας > ταφτία [taˈfti.a], με χειλοδοντικοποίηση του ημίφωνου [w > f] σε άηχο χειλοδοντικό πριν το άηχο οδοντικό [t]> ταφτιά [taˈftça], με συνίζηση > τ’ αφτιά [t‿aˈftça], με ανασυλλαβισμό[2][3] (αναδρομικός σχηματισμός). Παραβάλετε αβγό για παρόμοια εξέλιξη.

Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aˈfti/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αφ‐τί
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αφτί ουδέτερο
- (ανθρώπινο σώμα, ανατομία) το όργανο της ακοής
- η ικανότητα να αντιλαμβάνεται κάποιος το ύψος μιας μουσικής νότας και τις νότες από τις οποίες αποτελείται μια μουσική φράση
Παίζει μουσική με το αφτί, δεν ξέρει να διαβάζει νότες.
- μέρος αντικειμένου που έχει το σχήμα αφτιού
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- άλλα λέει η θεια μου (κι) άλλα ακούν τ' αφτιά μου
- ανοίγω/τεντώνω/τσιτώνω τ' αφτιά μου
- από το ένα αφτί μπαίνει (και) από το άλλο βγαίνει
- από το στόμα σου και στου Θεού τ' αφτί!
- απ' τ' αφτί και στον δάσκαλο
- βάζω αφτί ή βάζω τ' αφτί
- βγάζω τ' αφτιά! ή βγάζω τ' αφτί!
- βουίζουν τ' αφτιά μου
- βουλώνω τ' αφτιά μου
- γελάνε/γελούν και τ' αφτιά μου, → δείτε την έκφραση: γελάνε/γελούν και τ' μουστάκια μου
- δεν αδειάζω να ξύσω τ' αφτί μου, → δείτε την έκφραση: δεν αδειάζω να ξύσω τη μύτη μου
- δεν ιδρώνει το αφτί μου
- δεν πιστεύω στ' αφτιά μου, → δείτε την έκφραση: δεν πιστεύω στα μάτια μου
- είμαι όλος αφτιά ή είμαι γεμάτος αφτιά
- έκανε ο κουφός αφτιά και ο τυφλός μάτια
- έχω γερό αφτί ή έχω δυνατό αφτί
- έχω τ' αφτιά μου ανοιχτά, → δείτε την έκφραση: έχω τα μάτια μου ανοιχτά
- η νύχτα έχει αφτιά και η μέρα έχει μάτια
- και οι τοίχοι έχουν αφτιά
- κάτι πήρε/έπιασε τ' αφτί μου
- κλείνω τ' αφτιά μου
- κόβω τ' αφτί κάποιου
- με γελούν τα αφτιά μου, → δείτε την έκφραση: με γελούν τα μάτια μου
- με τα ίδια μου τ' αφτιά
- μέχρι τ' αφτιά ή ως τ' αφτιά
- μου τρώει τ' αφτιά
- μου παίρνει/ζαλίζει τ' αφτιά
- μπαίνουν ψύλλοι στ' αφτιά μου
- να σου πει ο παπάς στ' αφτί κι ο διάκος στο κεφάλι
- ξεριζώνω τ' αφτί κάποιου
- όποιος έχει αφτιά, ακούει
- περήφανος στ' αφτιά
- πέφτουν τ' αφτιά μου
- ρίχνω στ' αφτιά
- ρίχνω/κατεβάζω τ' αφτιά μου
- στήνω αφτί
- σφυρίζω στ' αφτί κάποιου
- τραβάω τ' αφτί κάποιου
- τρώω τ' αφτί κάποιου
- φτάνει στ' αφτί μου
- χαϊδεύω τ' αφτιά κάποιου
- ψιθυρίζω στ' αφτί κάποιου
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αφτί
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αυτί - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- 1 2 αυτί - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ αφτί - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παιδί' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Υποκοριστικά ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις από αναδρομικό σχηματισμό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ανθρώπινο σώμα (νέα ελληνικά)
- Ανατομία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)