αφυπηρετώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αφυπηρετώ < αφ- (<από) + υπηρετώ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αφυπηρετώ

  1. (στρατιωτικός όρος) μετά από την περάτωση της στρατιωτικής μου θητείας παίρνω απολυτήριο από το στρατό
    συνώνυμα: απολύομαι, αποστρατεύομαι
  2. περατώνεται η υπηρεσία που έχω σε κάποιον τομέα και αποσύρομαι απ’ αυτή
    συνώνυμα: συνταξιοδοτούμαι, αποχωρώ

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]