αφώτιστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός
ονομαστική αφώτιστος αφώτιστη αφώτιστο
γενική αφώτιστου αφώτιστης αφώτιστου
αιτιατική αφώτιστο αφώτιστη αφώτιστο
κλητική αφώτιστε αφώτιστη αφώτιστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αφώτιστοι αφώτιστες αφώτιστα
γενική αφώτιστων αφώτιστων αφώτιστων
αιτιατική αφώτιστους αφώτιστες αφώτιστα
κλητική αφώτιστοι αφώτιστες αφώτιστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αφώτιστος < ελληνιστική κοινή ἀφώτιστος < φωτίζω < αρχαία ελληνική φάος / φῶς

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αφώτιστος

  1. που δεν έχει φωτιστεί
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: σκοτεινός
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: φωτισμένος
  2. (μεταφορικά) που δεν τον έχουν διαφωτίσει ή ενημερώσει για κάτι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αδιαφώτιστος, ανενημέρωτος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: διαφωτισμένος, ενημερωμένος
  3. (μεταφορικά) ανερμήνευτος, αινιγματικός
  4. (παρωχημένο) αβάπτιστος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]