Μετάβαση στο περιεχόμενο

αχάτης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αχάτης οι αχάτες
      γενική του αχάτη των αχατών
    αιτιατική τον αχάτη τους αχάτες
     κλητική αχάτη αχάτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
αχάτης

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αχάτης < από το όνομα του ποταμού Αχάτη της Σικελίας, σε κείμενο του Θεόφραστου (4ος-3ος αιώνας π.Χ.)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αχάτης αρσενικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]