αχανής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αχανής αχανής αχανές
γενική αχανούς αχανούς αχανούς
αιτιατική αχανή αχανή αχανές
κλητική αχανή(ς) αχανής αχανές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αχανείς αχανείς αχανή
γενική αχανών αχανών αχανών
αιτιατική αχανείς αχανείς αχανή
κλητική αχανείς αχανείς αχανή


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αχανής < αρχαία ελληνική ἀχανής < ἀ- + -χαν- (ἔ-χαν-ον, αόριστος β' του χάσκω) + -ής

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αχανής, -ής, -ές

  1. τεράστιος σε έκταση, απέραντος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]