αχαρτζιλίκωτος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αχαρτζιλίκωτος < α- + χαρτζιλικώ(νω) + -τος < χαρτζιλίκι < τουρκική harçlık < αραβικά خرج (kharj, δαπάνη)
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]αχαρτζιλίκωτος, -η, -ο
- που δεν του έχει δοθεί ή δεν του δίνεται χαρτζιλίκι
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αχαρτζιλίκωτος
|
|
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα α- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -τος (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)