αχειραφέτητος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]αχειραφέτητος, -η, -ο
- που δεν έχει χειραφετηθεί
- ※ Ο Έκαρτ κι η Ίνγκε θεωρούσαν ότι ήταν προσκεκλημένοι υπερβολικά πολλοί άνθρωποι, το δυτικογερμανικό σόι αντιθέτως έβρισκε το πάρτι υπερβολικά λιτό, η Δύση έβρισκε τις ανατολικογερμανίδες φίλες της Γκούντρουν δουλικές και αχειραφέτητες, […]
- Geerk Mak, Στην Ευρώπη Ταξίδια στον 20ό αιώνα, μετάφραση: Ινώ Βαν Ντάικ-Μπαλτά, αρχική δημοσίευση: (2004), εκδόσεις: Μεταίχμιο, Αθήνα 2007, ISBN 9786180301397, @google.gr/books
- ※ Ο Έκαρτ κι η Ίνγκε θεωρούσαν ότι ήταν προσκεκλημένοι υπερβολικά πολλοί άνθρωποι, το δυτικογερμανικό σόι αντιθέτως έβρισκε το πάρτι υπερβολικά λιτό, η Δύση έβρισκε τις ανατολικογερμανίδες φίλες της Γκούντρουν δουλικές και αχειραφέτητες, […]
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αχειραφέτητος, σελ.195, Τόμος Α΄ - Στέφανος Κουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2, Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1900 (Εισαγωγή,@anemi)
Πηγές
[επεξεργασία]- αχειραφέτητος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- αχειραφέτητος - Δημήτριος Γεωργακάς. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας