Μετάβαση στο περιεχόμενο

αχειραφέτητος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: αχειράφετος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αχειραφέτητος η αχειραφέτητη το αχειραφέτητο
      γενική του αχειραφέτητου της αχειραφέτητης του αχειραφέτητου
    αιτιατική τον αχειραφέτητο την αχειραφέτητη το αχειραφέτητο
     κλητική αχειραφέτητε αχειραφέτητη αχειραφέτητο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αχειραφέτητοι οι αχειραφέτητες τα αχειραφέτητα
      γενική των αχειραφέτητων των αχειραφέτητων των αχειραφέτητων
    αιτιατική τους αχειραφέτητους τις αχειραφέτητες τα αχειραφέτητα
     κλητική αχειραφέτητοι αχειραφέτητες αχειραφέτητα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αχειραφέτητος μαρτυρείται από το 1890 στην εφημερίδα Ακρόπολις (ἀχειραφέτητος)[1]< α- (στερητικό) + χειραφετώ + -τος

Επίθετο

[επεξεργασία]

αχειραφέτητος, -η, -ο

  • που δεν έχει χειραφετηθεί
      Ο Έκαρτ κι η Ίνγκε θεωρούσαν ότι ήταν προσκεκλημένοι υπερβολικά πολλοί άνθρωποι, το δυτικογερμανικό σόι αντιθέτως έβρισκε το πάρτι υπερβολικά λιτό, η Δύση έβρισκε τις ανατολικογερμανίδες φίλες της Γκούντρουν δουλικές και αχειραφέτητες, []
    Geerk Mak, Στην Ευρώπη Ταξίδια στον 20ό αιώνα, μετάφραση: Ινώ Βαν Ντάικ-Μπαλτά, αρχική δημοσίευση: (2004), εκδόσεις: Μεταίχμιο, Αθήνα 2007, ISBN 9786180301397, @google.gr/books

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. αχειραφέτητος, σελ.195, Τόμος Α΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου