αχλή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αχλή < αρχαία ελληνική ἀχλύς

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αχλή θηλυκό

  • θολούρα της ατμόσφαιρας που προέρχεται από ατμοσφαιρική υγρασία, σκόνη κλπ.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

βιβλιογραφία[επεξεργασία]

  • μια εκπληκτική υπόθεση, Francis Crick, Κάτοπτρο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]