αχμάκης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | αχμάκης | οι | αχμάκηδες |
| γενική | του | αχμάκη | των | αχμάκηδων |
| αιτιατική | τον | αχμάκη | τους | αχμάκηδες |
| κλητική | αχμάκη | αχμάκηδες | ||
| Κατηγορία όπως «μανάβης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αχμάκης < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική احمق (ahmaq) (τουρκική ahmak) < αραβική أَحْمَق (ʾaḥmaq, ανόητος)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αχμάκης αρσενικό (θηλυκό αχμάκισσα)
- (λαϊκότροπο) κουτός, ανόητος
- ※ Να σου στορήσω τι έκανε ο καπετάνιος χρόνια πριν στον Όλυμπο; Ασλάνι ήταν, πρώτος μες στους άλλους τους παλικαράδες! Κάτι φουστανελάδες θεόρατοι, εκεί να δεις ζορμπαλίκι!» «Πάψε, αχμάκη!» είπε κοφτά ο καπετάνιος , «κρύβε λόγια, δεν είμαστε μοναχοί μας!» «Άσε με, καπετάνιο, τι θαρρείς, μυστικό είναι; Κοίτα γύρω σου, ζεβζέκηδες είναι οι πιο πολλοί, δε νιώθουν, άσε να πω» (Ισίδωρος Ζουργός, Η αηδονόπιτα, εκδ. Πατάκης, 2008)
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- αχμάκης - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- αχμάκης - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μανάβης' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα οθωμανικά τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα οθωμανικά τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αραβικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)