αχνός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αχνός αχνοί
γενική αχνού αχνών
αιτιατική αχνό αχνούς
κλητική αχνέ αχνοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αχνός (ουσιαστικό) < αρχαία ελληνική ἀτμός
αχνός (επίθετο) < από το ουσιαστικό

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αχνός αρσενικό

  1. ο ατμός που αναδύεται από κάτι που βράζει ή που έχει υψηλή θερμοκρασία σε σύγκριση με το περιβάλλον (π.χ. η ανθρώπινη πνοή όταν κάποιος βρίσκεται σε ψυχρό περιβάλλον)

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Επίθετο[]

πτώση ενικός
ονομαστική αχνός αχνή αχνό
γενική αχνού αχνής αχνού
αιτιατική αχνό αχνή αχνό
κλητική αχνέ αχνή αχνό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αχνοί αχνές αχνά
γενική αχνών αχνών αχνών
αιτιατική αχνούς αχνές αχνά
κλητική αχνοί αχνές αχνά

αχνός, -ή, -ό

  1. που τον διακρίνεις με δυσκολία, διόλου έντονος, σαν να τον κρύβει ομίχλη ή ατμός, αδιόρατος
  2. (μεταφορικά) άτονος, αδύναμος

32πχ Μεταφράσεις[]