αχουζούρευτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αχουζούρευτος αχουζούρευτη αχουζούρευτο
γενική αχουζούρευτου αχουζούρευτης αχουζούρευτου
αιτιατική αχουζούρευτο αχουζούρευτη αχουζούρευτο
κλητική αχουζούρευτε αχουζούρευτη αχουζούρευτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αχουζούρευτοι αχουζούρευτες αχουζούρευτα
γενική αχουζούρευτων αχουζούρευτων αχουζούρευτων
αιτιατική αχουζούρευτους αχουζούρευτες αχουζούρευτα
κλητική αχουζούρευτοι αχουζούρευτες αχουζούρευτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αχουζούρευτος < α- + χουζουρεύω + -τος < χουζούρι < τουρκική huzur < αραβική حضور (ḥuḍūr)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αχουζούρευτος, -η, -ο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]