αχούρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αχούρι αχούρια
γενική αχουριού αχουριών
αιτιατική αχούρι αχούρια
κλητική αχούρι αχούρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αχούρι < τουρκική ahır (στάβλος) < περσική آخور (âxor) (στάβλος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αχούρι ουδέτερο

  1. στάβλος αλόγων ή γαϊδάρων
    Στην κάτοψη του χωριάτικου σπιτιού φαίνεται το αχούρι, η αυλή και τα δωμάτια των ανθρώπων.
  2. (μεταφορικά) το ακατάστατο σπίτι
    Πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω πως ζεις μέσα σ' αυτό το αχούρι.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]