αχρωματοψία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αχρωματοψία οι αχρωματοψίες
      γενική της αχρωματοψίας των αχρωματοψιών
    αιτιατική την αχρωματοψία τις αχρωματοψίες
     κλητική αχρωματοψία αχρωματοψίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αχρωματοψία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική achromatopsie < αρχαία ελληνική χρῶμα + ὄψη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αχρωματοψία θηλυκό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]