αχταρμάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αχταρμάς οι αχταρμάδες
      γενική του αχταρμά των αχταρμάδων
    αιτιατική τον αχταρμά τους αχταρμάδες
     κλητική αχταρμά αχταρμάδες
Παράρτημα

Ετυμολογία

αχταρμάς < τουρκική aktarma (δημιουργία αναστάτωσης) + με τροπή [kt] > [xt][1]

Προφορά

ΔΦΑ : /a.xtaɾˈmas/

Ουσιαστικό

αχταρμάς αρσενικό

  1. ανακάτεμα, μπέρδεμα, ανάμιξη· χρησιμοποιείται συνήθως με αρνητική έννοια, όταν γίνεται κακή ανάμιξη υλικών, όταν γενικότερα αντί να διευθετηθεί μια κατάσταση γίνεται άνω-κάτω και επικρατεί τελικά σύγχυση
  2. σφουγγαράδικο καΐκι
    Τί γινήκανε κεῖνα τὰ παράξενα σκέδια, πλῆθος ἀμέτρητο! Τί μπρίκια, τί γολέττες, τί μπομπάρδες, τί τσερνίκια, τί σακολέβες, τί λόβερα, τί πέννες, τί ἀχταρμάδες, τί λεῦκες, τί μπραντοῦσκες, τί περάματες, τί γκαγκάληδες ἀπ' τὴ Μαύρη Θάλασσα. (Φώτης Κόντογλου, Ἱστορίες καὶ περιστατικά, 1944)

Άλλες μορφές

Μεταφράσεις

Αναφορές