αχωνεψιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αχωνεψιά αχωνεψιές
γενική αχωνεψιάς αχωνεψιών
αιτιατική αχωνεψιά αχωνεψιές
κλητική αχωνεψιά αχωνεψιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αχωνεψιά < α- + χωνεύω + -ιά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αχωνεψιά θηλυκό

  • (κυριολεκτικά) (μεταφορικά) το να μην χωνεύεις κάτι (ή κάποιον)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]