αχώνευτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀχώνευτος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αχώνευτος αχώνευτη αχώνευτο
γενική αχώνευτου αχώνευτης αχώνευτου
αιτιατική αχώνευτο αχώνευτη αχώνευτο
κλητική αχώνευτε αχώνευτη αχώνευτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αχώνευτοι αχώνευτες αχώνευτα
γενική αχώνευτων αχώνευτων αχώνευτων
αιτιατική αχώνευτους αχώνευτες αχώνευτα
κλητική αχώνευτοι αχώνευτες αχώνευτα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αχώνευτος < ελληνιστική κοινή ἀχώνευτος

Επίθετο[επεξεργασία]

αχώνευτος, -η, -ο

  1. (κυριολεκτικά) που δεν έχει χωνευτεί, δεν έχει περάσει από το πεπτικό σύστημα
     συνώνυμα: άπεπτος
     αντώνυμα: χωνεμένος
  2. που δεν έχει χωνευτεί, δεν υπέστη πλήρη διάλυση ή αλλοίωση
    αχώνευτα κάρβουνα, αχώνευτη κοπριά
     αντώνυμα: χωνεμένος
  3. (μεταφορικά) που δεν έχει χωνευτεί, δεν έχει γίνει κτήμα κάποιου, δεν έχει μαθευτεί ολοκληρωμένα
    αχώνευτη γνώση
     συνώνυμα: αναφομοίωτος
     αντώνυμα: αφομοιωμένος, χωνεμένος
  4. (μεταφορικά) που δεν μπορείς να τον χωνέψεις, να τον συμπαθήσεις
     συνώνυμα: αντιπαθής, ασυμπαθής
     αντώνυμα: συμπαθής

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]