αψίδωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αψίδωση οι αψιδώσεις
      γενική της αψίδωσης
& αψιδώσεως
των αψιδώσεων
    αιτιατική την αψίδωση τις αψιδώσεις
     κλητική αψίδωση αψιδώσεις
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αψίδωση < αψιδώνω + -ση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αψίδωση ουδέτερο

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]