αψεγάδιαστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αψεγάδιαστος αψεγάδιαστη αψεγάδιαστο
γενική αψεγάδιαστου αψεγάδιαστης αψεγάδιαστου
αιτιατική αψεγάδιαστο αψεγάδιαστη αψεγάδιαστο
κλητική αψεγάδιαστε αψεγάδιαστη αψεγάδιαστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αψεγάδιαστοι αψεγάδιαστες αψεγάδιαστα
γενική αψεγάδιαστων αψεγάδιαστων αψεγάδιαστων
αιτιατική αψεγάδιαστους αψεγάδιαστες αψεγάδιαστα
κλητική αψεγάδιαστοι αψεγάδιαστες αψεγάδιαστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αψεγάδιαστος < α- στερητικό + ψεγάδι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.psɛ.ˈɣa.ðʝa.stɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /a.psɛ.ˈɣa.ðʝa.sti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /a.psɛ.ˈɣa.ðʝa.stɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αψεγάδιαστος -η -ο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]