αψευδής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική αψευδής αψευδής αψευδές
γενική αψευδούς αψευδούς αψευδούς
αιτιατική αψευδή αψευδή αψευδές
κλητική αψευδή(ς) αψευδής αψευδές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αψευδείς αψευδείς αψευδή
γενική αψευδών αψευδών αψευδών
αιτιατική αψευδείς αψευδείς αψευδή
κλητική αψευδείς αψευδείς αψευδή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αψευδής < αρχαία ελληνική ἀψευδής

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αψευδής,ής,ές

  1. εκείνος που σίγουρα δεν αποτελεί ψεύδος, που είναι αδύνατον να διαψευσθεί, ο βέβαιος, ο τεκμηριωμένος, ο απολύτως αληθής, ο αδιάψευστος, ο βεβαιωμένα ακριβής
    • ο αψευδής μάρτυρας, η αψευδής μαρτυρία
    • Εἰς τήν κοιλάδα αὐτήν εἶναι τό τέλος. Μοί τό εἶπεν ἡ ἀψευδής φωνή (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, η Γυφτοπούλα).

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]