Μετάβαση στο περιεχόμενο

αόρατο χέρι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αόρατο χέρι < αγγλική invisible hand, έκφραση που χρησιμοποίησε ο Άνταμ Σμιθ, στο έργο του «Ο πλούτος των εθνών» για το αποτέλεσμα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στην προώθηση της γενικής ευημερίας

Έκφραση

[επεξεργασία]

αόρατο χέρι ουδέτερο

  • (οικονομία) η πεποίθηση ότι η δράση του καθενός για το προσωπικό του συμφέρον, προωθεί ταυτόχρονα και την ευημερία της κοινότητάς του
      Μαζί με τις κοινωνικές έξεις και παραδόσεις, το αόρατο χέρι της αγοράς όφειλε ακόμα να αντιμετωπίζεται με ιστορική και αξιακή αποστασιοποίηση (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]