αύρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αύρα αύρες
γενική αύρας αυρών
αιτιατική αύρα αύρες
κλητική αύρα αύρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αύρα < αρχαία ελληνική αὔρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αύρα θηλυκό

  1. ελαφρό αεράκι που γίνεται ελάχιστα αισθητό
  2. υποθετικό, ορατό από μυημένους, υλικό που περιβάλλει ζωντανά ή νεκρά αντικείμενα
  3. (μεταφορικά) η αίσθηση που προκαλλεί ένα άτομο στο περιβάλλον του
  4. τροχοφόρο όχημα της αστυνομίας που χρησιμοποιείται κυρίως για καταστολή διαδηλώσεων


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]