Μετάβαση στο περιεχόμενο

αἰγίλωψ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική αἰγίλωψ οἱ αἰγίλωπες
      γενική τοῦ αἰγίλωπος
& αἰγίλοπος
τῶν αἰγιλώπων
      δοτική τῷ αἰγίλωπ τοῖς αἰγίλωψ(ν)
    αιτιατική τὸν αἰγίλωπ τοὺς αἰγίλωπᾰς
     κλητική ! αἰγίλωψ αἰγίλωπες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  αἰγίλωπε
γεν-δοτ τοῖν  αἰγιλώποιν
3η κλίση, Κατηγορία 'κώνωψ' όπως «κώνωψ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αἰγίλωψ < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αἰγίλωψ, -ωπος [ῐ] αρσενικό (ελληνιστική κοινή)

  1. (φυτό) Αιγίλωψ ο αμελής
  2. (δέντρο) ο τσέρος
  3. (ιατρική) έλκος του οφθαλμού, δακρυούχο συρίγγιο