Μετάβαση στο περιεχόμενο

αἰγυπιός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Αἰγύπιος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική αἰγυπιός οἱ αἰγυπιοί
      γενική τοῦ αἰγυπιοῦ τῶν αἰγυπιῶν
      δοτική τῷ αἰγυπι τοῖς αἰγυπιοῖς
    αιτιατική τὸν αἰγυπιόν τοὺς αἰγυπιούς
     κλητική ! αἰγυπιέ αἰγυπιοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  αἰγυπιώ
γεν-δοτ τοῖν  αἰγυπιοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αἰγυπιός < αβέβαιης ετυμολογίας, θεωρείται ότι η λέξη έχει επηρεαστεί από το αἴξ και το γύψ. Μάλλον από την προελληνική δεδομένης της εναλλαγής ι/υ [i/y] με τον μακεδονικό τύπο, αἰγυπιός /αἰγίποψ που είναι χαρακτηριστική προελληνικών λέξεων π.χ. μόλιβος και μόλυβδος, μάρσιππος και μάρσυππος. Το -οπ- στο αἰγίπ-οπ-ς αποτελεί επίθημα της προελληνικής. Η ίδια η λέξη γύψ είναι αναμφίβολα προελληνική. Ίσως σχετίζεται και το ἄρξιφος.[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ai̯.gy.pi.ós/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: αἰγύπιος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αἰγυπιός, -οῦ αρσενικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Frisk Etymologisches Wörterbuch