αἰγυπιός
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | αἰγυπιός | οἱ | αἰγυπιοί |
| γενική | τοῦ | αἰγυπιοῦ | τῶν | αἰγυπιῶν |
| δοτική | τῷ | αἰγυπιῷ | τοῖς | αἰγυπιοῖς |
| αιτιατική | τὸν | αἰγυπιόν | τοὺς | αἰγυπιούς |
| κλητική ὦ! | αἰγυπιέ | αἰγυπιοί | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | αἰγυπιώ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | αἰγυπιοῖν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αἰγυπιός < αβέβαιης ετυμολογίας, θεωρείται ότι η λέξη έχει επηρεαστεί από το αἴξ και το γύψ. Μάλλον από την προελληνική δεδομένης της εναλλαγής ι/υ [i/y] με τον μακεδονικό τύπο, αἰγυπιός /αἰγίποψ που είναι χαρακτηριστική προελληνικών λέξεων π.χ. μόλιβος και μόλυβδος, μάρσιππος και μάρσυππος. Το -οπ- στο αἰγίπ-οπ-ς αποτελεί επίθημα της προελληνικής. Η ίδια η λέξη γύψ είναι αναμφίβολα προελληνική. Ίσως σχετίζεται και το ἄρξιφος.[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ai̯.gy.pi.ós/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αἰ‐γύ‐πι‐ος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αἰγυπιός, -οῦ αρσενικό
- (πτηνό) είδος γύπα, γυπαετός
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 16 (π. Ἀναγνωρισμὸς Ὀδυσσέως ὑπὸ Τηλεμάχου.), στίχ. 217 (215-218)
- ἀμφοτέροισι δὲ τοῖσιν ὑφ᾽ ἵμερος ὦρτο γόοιο· | κλαῖον δὲ λιγέως, ἁδινώτερον ἤ τ᾽ οἰωνοί, | φῆναι ἢ αἰγυπιοὶ γαμψώνυχες, οἷσί τε τέκνα | ἀγρόται ἐξείλοντο πάρος πετεηνὰ γενέσθαι·
- Τότε τους συνεπήρε και τους δυο του θρήνου ο ίμερος· | σπαραχτικά θρηνούσαν, πιο δυνατά κι από πουλιά, | σαν αετοί, γύπες γαμψώνυχοι, που τα μικρά τους | κυνηγοί τούς άρπαξαν, προτού ξεπεταρίσουν·
- Μετάφραση σε ελεύθερο στίχο (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
- ἀμφοτέροισι δὲ τοῖσιν ὑφ᾽ ἵμερος ὦρτο γόοιο· | κλαῖον δὲ λιγέως, ἁδινώτερον ἤ τ᾽ οἰωνοί, | φῆναι ἢ αἰγυπιοὶ γαμψώνυχες, οἷσί τε τέκνα | ἀγρόται ἐξείλοντο πάρος πετεηνὰ γενέσθαι·
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 3 (Θάλεια), 76.3
- ὠθιζομένων δ᾽ αὐτῶν ἐφάνη ἰρήκων ἑπτὰ ζεύγεα δύο αἰγυπιῶν ζεύγεα διώκοντα καὶ τίλλοντά τε καὶ ἀμύσσοντα.
- Καθώς όμως αυτοί φιλονικούσαν, φάνηκαν επτά ζευγάρια γεράκια που κυνηγούσαν δυο ζευγάρια γυπαετούς μαδώντας και τσιμπώντας τους.
- Μετάφραση (1992): Λεωνίδας Ζενάκος. Αθήνα:Γκοβόστης @greek‑language.gr
- ≈ συνώνυμα: γύψ, λώβηξ, τόρδος
- ὠθιζομένων δ᾽ αὐτῶν ἐφάνη ἰρήκων ἑπτὰ ζεύγεα δύο αἰγυπιῶν ζεύγεα διώκοντα καὶ τίλλοντά τε καὶ ἀμύσσοντα.
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 16 (π. Ἀναγνωρισμὸς Ὀδυσσέως ὑπὸ Τηλεμάχου.), στίχ. 217 (215-218)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Frisk Etymologisches Wörterbuch
Πηγές
[επεξεργασία]- αἰγυπιός - Diccionario Griego-Español (DGE en línea) [Λεξικό ελληνικών (αρχαίων) - ισπανικών online] (στα ισπανικά) του Francisco R. Adrados (Φρανθίσκο Αδράδος) & Juan Rodríguez Somolinos, έως στο λήμμα «ἔξαυος» (συντομογραφίες).
- αἰγυπιός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- αἰγυπιός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'ναός' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με άγνωστη ετυμολογία (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την προελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Πτηνά (αρχαία ελληνικά)
- Ζώα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ηρόδοτο (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)