αἰσθητός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση) | ||||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | αἰσθητός | ἡ | αἰσθητή & αἰσθητός |
τὸ | αἰσθητόν |
| γενική | τοῦ | αἰσθητοῦ | τῆς | αἰσθητῆς & αἰσθητοῦ |
τοῦ | αἰσθητοῦ |
| δοτική | τῷ | αἰσθητῷ | τῇ | αἰσθητῇ & αἰσθητῷ |
τῷ | αἰσθητῷ |
| αιτιατική | τὸν | αἰσθητόν | τὴν | αἰσθητήν & αἰσθητόν |
τὸ | αἰσθητόν |
| κλητική ὦ! | αἰσθητέ | αἰσθητή & αἰσθητέ |
αἰσθητόν | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ | αἰσθητοί | αἱ | αἰσθηταί & αἰσθητοί |
τὰ | αἰσθητά |
| γενική | τῶν | αἰσθητῶν | τῶν | αἰσθητῶν & αἰσθητῶν |
τῶν | αἰσθητῶν |
| δοτική | τοῖς | αἰσθητοῖς | ταῖς | αἰσθηταῖς & αἰσθητοῖς |
τοῖς | αἰσθητοῖς |
| αιτιατική | τοὺς | αἰσθητούς | τὰς | αἰσθητάς & αἰσθητούς |
τὰ | αἰσθητά |
| κλητική ὦ! | αἰσθητοί | αἰσθηταί & αἰσθητοί |
αἰσθητά | |||
| Ο τύπος του θηλυκού σε -ός, λιγότερο συνηθισμένος. | ||||||
| 2η&1η κλίση, Κατηγορία 'σπαρτός' όπως «σπαρτός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αἰσθητός < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική αἰσθητός < αρχαία ελληνική αἰσθητός
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇘ νέα ελληνικά: αισθητός
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.sθiˈtos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αἰ‐σθη‐τός
Επίθετο
[επεξεργασία]αἰσθητός
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]| λόγια μεσαιωνική ελληνική με αρχαία κλίση | ||||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | αἰσθητός | ἡ | αἰσθητή & αἰσθητός |
τὸ | αἰσθητόν |
| γενική | τοῦ | αἰσθητοῦ | τῆς | αἰσθητῆς & αἰσθητοῦ |
τοῦ | αἰσθητοῦ |
| δοτική | τῷ | αἰσθητῷ | τῇ | αἰσθητῇ & αἰσθητῷ |
τῷ | αἰσθητῷ |
| αιτιατική | τὸν | αἰσθητόν | τὴν | αἰσθητήν & αἰσθητόν |
τὸ | αἰσθητόν |
| κλητική ὦ! | αἰσθητέ | αἰσθητή & αἰσθητέ |
αἰσθητόν | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ | αἰσθητοί | αἱ | αἰσθηταί & αἰσθητοί |
τὰ | αἰσθητά |
| γενική | τῶν | αἰσθητῶν | τῶν | αἰσθητῶν & αἰσθητῶν |
τῶν | αἰσθητῶν |
| δοτική | τοῖς | αἰσθητοῖς | ταῖς | αἰσθηταῖς & αἰσθητοῖς |
τοῖς | αἰσθητοῖς |
| αιτιατική | τοὺς | αἰσθητούς | τὰς | αἰσθητάς & αἰσθητούς |
τὰ | αἰσθητά |
| κλητική ὦ! | αἰσθητοί | αἰσθηταί & αἰσθητοί |
αἰσθητά | |||
| Ο τύπος του θηλυκού σε -ός, λιγότερο συνηθισμένος. | ||||||
| 2η&1η κλίση, Κατηγορία 'σπαρτός' όπως «σπαρτός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αἰσθητός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική αἰσθητός
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.sθiˈtos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αἰ‐σθη‐τός
Επίθετο
[επεξεργασία]αἰσθητός, ός/-ή, -ον
- αισθητός· αντιληπτός δια των αισθήσεων, αληθινός, πραγματικός
- ※ 10ος/11ος κε ⌘ Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, Κατηχήσεις καὶ εὐχαριστίαι, Λόγος ΚΗ΄, 367
- Φῶς δέ τοῦ κόσμου ἐστίν οὐχ ὡς αἰσθητῶς ὁρώμενος, ἀλλ᾿ ὡς νοερῶς θεωρούμενος. Ὁ γάρ αἰσθητός ἥλιος μόνον φωτίζει τά σωματικά ὄμματα οὐκ ἀνθρώπων ἀλλά καί ἀλόγων ζῴων, τετραπόδων ἅμα καί πετεινῶν· ὁ δέ νοητός ἥλιος, ὁ ἐν τῷ κόσμῳ ἐπιφανείς, ψυχάς λογικάς μόνον. Ἀλλ᾿ οὐδέ ταύτας ἀκρίτως πάσας καί ἀναξίως φωτίζειν οἶδεν· οὐ γάρ ἄψυχος ἤ, μᾶλλον εἰπεῖν, οὐκ ἄζωός ἐστιν, ὥσπερ οὐδέ δοῦλος ἤ κτίσμα εἰς ὑπηρεσίαν ἄλλων ταχθείς, καθά δή ὁ αἰσθητός οὗτος ἥλιος ἀνατέλλων ἐπί δικαίους καί ἀδίκους καί ἐπί πονηρούς ἅμα καί ἀγαθούς
- Λίβ. (Lamb.) N 632
- ἔβλεπες ἥλιον αἰσθητόν
- ≠ αντώνυμα: νοητός, ἀναίσθητος
- ※ 10ος/11ος κε ⌘ Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, Κατηχήσεις καὶ εὐχαριστίαι, Λόγος ΚΗ΄, 367
- ενυπόστατος, ζωντανός
- Διγ. Z 105
- αἰσθητὰ καὶ ζῶντα (ενν. πουλία)
- Διγ. Z 105
- συγκεκριμένος, γήινος
- Kυπρ. ερωτ. 1441
- Ὁ ἄγγελος ὁ αἰστητός
- Kυπρ. ερωτ. 1441
- ευαίσθητος
- Λίβ. Esc. 4009
- ἂν … εἶσαι αἰστητή, νὰ μὲ ψυχοπονέσεις
- Λίβ. Esc. 4009
- (μεταφορικά) σημαντικός, δυσκαταφρόνητος
- Διακρούσ. 11419
- τὸν αἰσθητὸν ἀντίπαλον κατάβαλον
- Διακρούσ. 11419
Παράγωγα
[επεξεργασία]Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- φῶς αἰσθητόν: η όραση (Γεωργηλ., Bελ. Λ 486)
Απόγονοι
[επεξεργασία]αἰσθητός (μεσαιωνικά ελληνικά)
Πηγές
[επεξεργασία]- αἰσθητός - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | αἰσθητός | ἡ | αἰσθητή & αἰσθητός |
τὸ | αἰσθητόν |
| γενική | τοῦ | αἰσθητοῦ | τῆς | αἰσθητῆς & αἰσθητοῦ |
τοῦ | αἰσθητοῦ |
| δοτική | τῷ | αἰσθητῷ | τῇ | αἰσθητῇ & αἰσθητῷ |
τῷ | αἰσθητῷ |
| αιτιατική | τὸν | αἰσθητόν | τὴν | αἰσθητήν & αἰσθητόν |
τὸ | αἰσθητόν |
| κλητική ὦ! | αἰσθητέ | αἰσθητή & αἰσθητέ |
αἰσθητόν | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ | αἰσθητοί | αἱ | αἰσθηταί & αἰσθητοί |
τὰ | αἰσθητᾰ́ |
| γενική | τῶν | αἰσθητῶν | τῶν | αἰσθητῶν & αἰσθητῶν |
τῶν | αἰσθητῶν |
| δοτική | τοῖς | αἰσθητοῖς | ταῖς | αἰσθηταῖς & αἰσθητοῖς |
τοῖς | αἰσθητοῖς |
| αιτιατική | τοὺς | αἰσθητούς | τὰς | αἰσθητᾱ́ς & αἰσθητούς |
τὰ | αἰσθητᾰ́ |
| κλητική ὦ! | αἰσθητοί | αἰσθηταί & αἰσθητοί |
αἰσθητᾰ́ | |||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | αἰσθητώ | τὼ | αἰσθητᾱ́ & αἰσθητώ |
τὼ | αἰσθητώ |
| γεν-δοτ | τοῖν | αἰσθητοῖν | τοῖν | αἰσθηταῖν & αἰσθητοῖν |
τοῖν | αἰσθητοῖν |
| Ο τύπος του θηλυκού σε -ός, λιγότερο συνηθισμένος. | ||||||
| 2η&1η κλίση, Κατηγορία 'σπαρτός' όπως «σπαρτός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αἰσθητός < ρηματικό επίθετο του αἰσθάνομαι. Μορφολογικά αναλύεται σε αἰσθη- + -τός.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ai̯.stʰɛː.tós/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αἰ‐σθη‐τός
Επίθετο
[επεξεργασία]αἰσθητός, ός/-ή, -ον
- αντιληπτός δια των αισθήσεων
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Πλάτων, Πολιτεία, 6, 507c
- Τῷ οὖν ὁρῶμεν ἡμῶν αὐτῶν τὰ ὁρώμενα; Τῇ ὄψει, ἔφη. Οὐκοῦν, ἦν δ᾽ ἐγώ, καὶ ἀκοῇ τὰ ἀκουόμενα, καὶ ταῖς ἄλλαις αἰσθήσεσι πάντα τὰ αἰσθητά;
- Με τί λοιπόν βλέπομε εκείνα που βλέπομε; Με την όραση. Και με την ακοή βέβαια όσα ακούομε και με τις άλλες αισθήσεις όλα τα αισθητά.
- Μετάφραση (στη δημοτική, χ.χ.): Ιωάννης Γρυπάρης. Θεσσαλονίκη: ΚΕΓ, 2015 (στην καθαρεύουσα, 1911, Εκδ.Φέξη) @greek‑language.gr
- Τῷ οὖν ὁρῶμεν ἡμῶν αὐτῶν τὰ ὁρώμενα; Τῇ ὄψει, ἔφη. Οὐκοῦν, ἦν δ᾽ ἐγώ, καὶ ἀκοῇ τὰ ἀκουόμενα, καὶ ταῖς ἄλλαις αἰσθήσεσι πάντα τὰ αἰσθητά;
- ※ 1ος/2ος κε αιώνας ⌘ Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Ἀλέξανδρος, 35.4
- τῶν δὲ πρώτων εὐθὺς ἁψαμένων, οὐκ ἔσχεν ἡ ‹ἐπι›νομὴ χρόνον αἰσθητόν, ἀλλ᾽ ἅμα νοήματι διῖκτο πρὸς θάτερον πέρας, καὶ πῦρ ἐγεγόνει συνεχὲς ὁ στενωπός.
- Είχε αρχίσει ήδη να σκοτεινιάζει. Αμέσως με το πρώτο άναμμα η φωτιά ξαπλώθηκε αστραπιαία, σαν τη σκέψη, και έφτασε στο άλλο άκρο και ο στενός δρόμος έγινε μια συνεχής φωτιά.
- Μετάφραση (2012): Γιαγκόπουλος, Α.Ι., Ζ.Ε. Μαλαθούνη. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. @greek‑language.gr
- τῶν δὲ πρώτων εὐθὺς ἁψαμένων, οὐκ ἔσχεν ἡ ‹ἐπι›νομὴ χρόνον αἰσθητόν, ἀλλ᾽ ἅμα νοήματι διῖκτο πρὸς θάτερον πέρας, καὶ πῦρ ἐγεγόνει συνεχὲς ὁ στενωπός.
- ≠ αντώνυμα: νοητός, ἀναίσθητος
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Πλάτων, Πολιτεία, 6, 507c
- (ουσιαστικοποιημένο) το αντικείμενο της αίσθησης
- ※ 4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια, Ι, 1174b
- Αἰσθήσεως δὲ πάσης πρὸς τὸ αἰσθητὸν ἐνεργούσης, τελείως δὲ τῆς εὖ διακειμένης πρὸς τὸ κάλλιστον τῶν ὑπὸ τὴν αἴσθησιν
- Δεδομένου ότι η κάθε αίσθηση ενεργεί ενσχέσει προς αυτό που είναι το αντικείμενό της· δεδομένου επίσης ότι μια αίσθηση που βρίσκεται σε καλή κατάσταση ενεργεί με τέλειο τρόπο ενσχέσει προς το ωραιότερο από τα αντικείμενά της
- Μετάφραση (2006): Δημήτριος Λυπουρλής, Θεσσαλονίκη:Ζήτρος @greek‑language.gr
- Αἰσθήσεως δὲ πάσης πρὸς τὸ αἰσθητὸν ἐνεργούσης, τελείως δὲ τῆς εὖ διακειμένης πρὸς τὸ κάλλιστον τῶν ὑπὸ τὴν αἴσθησιν
- ※ 4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια, Ι, 1174b (1174b-1175a)
- ἕως ἂν οὖν τό τε νοητὸν ἢ αἰσθητὸν ᾖ οἷον δεῖ καὶ τὸ κρῖνον ἢ θεωροῦν, ἔσται ἐν τῇ ἐνεργείᾳ ἡ ἡδονή
- Όσο λοιπόν και το αντικείμενο της νόησης ή της αίσθησης και το υποκείμενο που νοεί ή αισθάνεται είναι όπως θα έπρεπε να είναι, θα υπάρχει πάντοτε στην ενέργεια η ηδονή
- Μετάφραση (2006): Δημήτριος Λυπουρλής, Θεσσαλονίκη:Ζήτρος @greek‑language.gr
- ἕως ἂν οὖν τό τε νοητὸν ἢ αἰσθητὸν ᾖ οἷον δεῖ καὶ τὸ κρῖνον ἢ θεωροῦν, ἔσται ἐν τῇ ἐνεργείᾳ ἡ ἡδονή
- ※ 4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια, Ι, 1174b
Απόγονοι
[επεξεργασία]αἰσθητός (αρχαία ελληνικά)
Πηγές
[επεξεργασία]- αἰσθητός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- αἰσθητός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα με αρχαίες κλίσεις (καθαρεύουσα)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα μεσαιωνικά ελληνικά (καθαρεύουσα)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (καθαρεύουσα)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (καθαρεύουσα)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (καθαρεύουσα)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (καθαρεύουσα)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Χρειάζονται παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Επίθετα με αρχαίες κλίσεις (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Επίθετα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'σπαρτός' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'σπαρτός' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ρηματικά επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -τός (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πλάτωνα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πλούταρχο (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αριστοτέλη (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)