Μετάβαση στο περιεχόμενο

αἰσθητός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: αισθητός

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση)
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική αἰσθητός αἰσθητή
& αἰσθητός
τὸ αἰσθητόν
      γενική τοῦ αἰσθητοῦ τῆς αἰσθητῆς
& αἰσθητοῦ
τοῦ αἰσθητοῦ
      δοτική τῷ αἰσθητ τῇ αἰσθητ
& αἰσθητ
τῷ αἰσθητ
    αιτιατική τὸν αἰσθητόν τὴν αἰσθητήν
& αἰσθητόν
τὸ αἰσθητόν
     κλητική ! αἰσθητέ αἰσθητή
& αἰσθητέ
αἰσθητόν
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ αἰσθητοί αἱ αἰσθηταί
& αἰσθητοί
τὰ αἰσθητά
      γενική τῶν αἰσθητῶν τῶν αἰσθητῶν
& αἰσθητῶν
τῶν αἰσθητῶν
      δοτική τοῖς αἰσθητοῖς ταῖς αἰσθηταῖς
& αἰσθητοῖς
τοῖς αἰσθητοῖς
    αιτιατική τοὺς αἰσθητούς τὰς αἰσθητάς
& αἰσθητούς
τὰ αἰσθητά
     κλητική ! αἰσθητοί αἰσθηταί
& αἰσθητοί
αἰσθητά
Ο τύπος του θηλυκού σε -ός, λιγότερο συνηθισμένος.
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'σπαρτός' όπως «σπαρτός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αἰσθητός < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική αἰσθητός < αρχαία ελληνική αἰσθητός
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: αισθητός

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.sθiˈtos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αἰσθητός

Επίθετο

[επεξεργασία]

αἰσθητός

  1. πολυτονική γραφή του αισθητός
  2. (καθαρεύουσα) αισθητός
    χρειάζεται παράθεμα



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]
λόγια μεσαιωνική ελληνική με αρχαία κλίση
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική αἰσθητός αἰσθητή
& αἰσθητός
τὸ αἰσθητόν
      γενική τοῦ αἰσθητοῦ τῆς αἰσθητῆς
& αἰσθητοῦ
τοῦ αἰσθητοῦ
      δοτική τῷ αἰσθητ τῇ αἰσθητ
& αἰσθητ
τῷ αἰσθητ
    αιτιατική τὸν αἰσθητόν τὴν αἰσθητήν
& αἰσθητόν
τὸ αἰσθητόν
     κλητική ! αἰσθητέ αἰσθητή
& αἰσθητέ
αἰσθητόν
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ αἰσθητοί αἱ αἰσθηταί
& αἰσθητοί
τὰ αἰσθητά
      γενική τῶν αἰσθητῶν τῶν αἰσθητῶν
& αἰσθητῶν
τῶν αἰσθητῶν
      δοτική τοῖς αἰσθητοῖς ταῖς αἰσθηταῖς
& αἰσθητοῖς
τοῖς αἰσθητοῖς
    αιτιατική τοὺς αἰσθητούς τὰς αἰσθητάς
& αἰσθητούς
τὰ αἰσθητά
     κλητική ! αἰσθητοί αἰσθηταί
& αἰσθητοί
αἰσθητά
Ο τύπος του θηλυκού σε -ός, λιγότερο συνηθισμένος.
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'σπαρτός' όπως «σπαρτός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αἰσθητός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική αἰσθητός

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.sθiˈtos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αἰσθητός

Επίθετο

[επεξεργασία]

αἰσθητός, ός/-ή, -ον

  1. αισθητός· αντιληπτός δια των αισθήσεων, αληθινός, πραγματικός
      10ος/11ος κε Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, Κατηχήσεις καὶ εὐχαριστίαι, Λόγος ΚΗ΄, 367
    Φῶς δέ τοῦ κόσμου ἐστίν οὐχ ὡς αἰσθητῶς ὁρώμενος, ἀλλ᾿ ὡς νοερῶς θεωρούμενος. Ὁ γάρ αἰσθητός ἥλιος μόνον φωτίζει τά σωματικά ὄμματα οὐκ ἀνθρώπων ἀλλά καί ἀλόγων ζῴων, τετραπόδων ἅμα καί πετεινῶν· ὁ δέ νοητός ἥλιος, ὁ ἐν τῷ κόσμῳ ἐπιφανείς, ψυχάς λογικάς μόνον. Ἀλλ᾿ οὐδέ ταύτας ἀκρίτως πάσας καί ἀναξίως φωτίζειν οἶδεν· οὐ γάρ ἄψυχος ἤ, μᾶλλον εἰπεῖν, οὐκ ἄζωός ἐστιν, ὥσπερ οὐδέ δοῦλος ἤ κτίσμα εἰς ὑπηρεσίαν ἄλλων ταχθείς, καθά δή ὁ αἰσθητός οὗτος ἥλιος ἀνατέλλων ἐπί δικαίους καί ἀδίκους καί ἐπί πονηρούς ἅμα καί ἀγαθούς
    Λίβ. (Lamb.) N 632
    ἔβλεπες ἥλιον αἰσθητόν
     αντώνυμα: νοητός, ἀναίσθητος
  2. ενυπόστατος, ζωντανός
    Διγ. Z 105
    αἰσθητὰ καὶ ζῶντα (ενν. πουλία)
  3. συγκεκριμένος, γήινος
    Kυπρ. ερωτ. 1441
    Ὁ ἄγγελος ὁ αἰστητός
  4. ευαίσθητος
    Λίβ. Esc. 4009
    ἂν … εἶσαι αἰστητή, νὰ μὲ ψυχοπονέσεις
  5. (μεταφορικά) σημαντικός, δυσκαταφρόνητος
    Διακρούσ. 11419
    τὸν αἰσθητὸν ἀντίπαλον κατάβαλον

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική αἰσθητός αἰσθητή
& αἰσθητός
τὸ αἰσθητόν
      γενική τοῦ αἰσθητοῦ τῆς αἰσθητῆς
& αἰσθητοῦ
τοῦ αἰσθητοῦ
      δοτική τῷ αἰσθητ τῇ αἰσθητ
& αἰσθητ
τῷ αἰσθητ
    αιτιατική τὸν αἰσθητόν τὴν αἰσθητήν
& αἰσθητόν
τὸ αἰσθητόν
     κλητική ! αἰσθητέ αἰσθητή
& αἰσθητέ
αἰσθητόν
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ αἰσθητοί αἱ αἰσθηταί
& αἰσθητοί
τὰ αἰσθητᾰ́
      γενική τῶν αἰσθητῶν τῶν αἰσθητῶν
& αἰσθητῶν
τῶν αἰσθητῶν
      δοτική τοῖς αἰσθητοῖς ταῖς αἰσθηταῖς
& αἰσθητοῖς
τοῖς αἰσθητοῖς
    αιτιατική τοὺς αἰσθητούς τὰς αἰσθητᾱ́ς
& αἰσθητούς
τὰ αἰσθητᾰ́
     κλητική ! αἰσθητοί αἰσθηταί
& αἰσθητοί
αἰσθητᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ αἰσθητώ τὼ αἰσθητᾱ́
& αἰσθητώ
τὼ αἰσθητώ
      γεν-δοτ τοῖν αἰσθητοῖν τοῖν αἰσθηταῖν
& αἰσθητοῖν
τοῖν αἰσθητοῖν
Ο τύπος του θηλυκού σε -ός, λιγότερο συνηθισμένος.
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'σπαρτός' όπως «σπαρτός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αἰσθητός < ρηματικό επίθετο του αἰσθάνομαι. Μορφολογικά αναλύεται σε αἰσθη- + -τός.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ai̯.stʰɛː.tós/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: αἰσθητός

Επίθετο

[επεξεργασία]

αἰσθητός, ός/-ή, -ον

  1. αντιληπτός δια των αισθήσεων
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Πολιτεία, 6, 507c
    Τῷ οὖν ὁρῶμεν ἡμῶν αὐτῶν τὰ ὁρώμενα; Τῇ ὄψει, ἔφη. Οὐκοῦν, ἦν δ᾽ ἐγώ, καὶ ἀκοῇ τὰ ἀκουόμενα, καὶ ταῖς ἄλλαις αἰσθήσεσι πάντα τὰ αἰσθητά;
    Με τί λοιπόν βλέπομε εκείνα που βλέπομε; Με την όραση. Και με την ακοή βέβαια όσα ακούομε και με τις άλλες αισθήσεις όλα τα αισθητά.
    Μετάφραση (στη δημοτική, χ.χ.): Ιωάννης Γρυπάρης. Θεσσαλονίκη: ΚΕΓ, 2015 (στην καθαρεύουσα, 1911, Εκδ.Φέξη) @greeklanguage.gr
      1ος/2ος κε αιώνας Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Ἀλέξανδρος, 35.4
    τῶν δὲ πρώτων εὐθὺς ἁψαμένων, οὐκ ἔσχεν ἡ ‹ἐπι›νομὴ χρόνον αἰσθητόν, ἀλλ᾽ ἅμα νοήματι διῖκτο πρὸς θάτερον πέρας, καὶ πῦρ ἐγεγόνει συνεχὲς ὁ στενωπός.
    Είχε αρχίσει ήδη να σκοτεινιάζει. Αμέσως με το πρώτο άναμμα η φωτιά ξαπλώθηκε αστραπιαία, σαν τη σκέψη, και έφτασε στο άλλο άκρο και ο στενός δρόμος έγινε μια συνεχής φωτιά.
    Μετάφραση (2012): Γιαγκόπουλος, Α.Ι., Ζ.Ε. Μαλαθούνη. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. @greeklanguage.gr
     αντώνυμα: νοητός, ἀναίσθητος
  2. (ουσιαστικοποιημένο) το αντικείμενο της αίσθησης
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια, Ι, 1174b
    Αἰσθήσεως δὲ πάσης πρὸς τὸ αἰσθητὸν ἐνεργούσης, τελείως δὲ τῆς εὖ διακειμένης πρὸς τὸ κάλλιστον τῶν ὑπὸ τὴν αἴσθησιν
    Δεδομένου ότι η κάθε αίσθηση ενεργεί ενσχέσει προς αυτό που είναι το αντικείμενό της· δεδομένου επίσης ότι μια αίσθηση που βρίσκεται σε καλή κατάσταση ενεργεί με τέλειο τρόπο ενσχέσει προς το ωραιότερο από τα αντικείμενά της
    Μετάφραση (2006): Δημήτριος Λυπουρλής, Θεσσαλονίκη:Ζήτρος @greeklanguage.gr
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια, Ι, 1174b (1174b-1175a)
    ἕως ἂν οὖν τό τε νοητὸν ἢ αἰσθητὸν ᾖ οἷον δεῖ καὶ τὸ κρῖνον ἢ θεωροῦν, ἔσται ἐν τῇ ἐνεργείᾳ ἡ ἡδονή
    Όσο λοιπόν και το αντικείμενο της νόησης ή της αίσθησης και το υποκείμενο που νοεί ή αισθάνεται είναι όπως θα έπρεπε να είναι, θα υπάρχει πάντοτε στην ενέργεια η ηδονή
    Μετάφραση (2006): Δημήτριος Λυπουρλής, Θεσσαλονίκη:Ζήτρος @greeklanguage.gr

Απόγονοι

[επεξεργασία]