αἰσχύνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : αισχύνω

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αἰσχύνω < αἶσχος + κατάληξη ρήματος -ύνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αἰσχύνω, μέσο και παθητικό αἰσχύνομαι

  1. ασχημαίνω κάτι
  2. ντροπιάζω, ατιμάζω
"τούς τε νεωτέρους πατέρων τῶν τότε ἀγαθῶν γενομένων παῖδας πειρᾶσθαι μὴ αἰσχῦναι τὰς προσηκούσας ἀρετάς" (Θουκυδ. Ιστ. 4.92.7)


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]