αἰών

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική αἰών οἱ αἰῶνες
      γενική τοῦ αἰῶνος τῶν αἰώνων
      δοτική τῷ αἰῶν τοῖς αἰῶσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν αἰῶν τοὺς αἰῶνᾰς
     κλητική ! αἰών αἰῶνες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  αἰῶνε
γεν-δοτ τοῖν  αἰώνοιν
3η κλίση, ομάδα '-νος μονόθεμα 1', Κατηγορία όπως «χειμών» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αἰών < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αἰών, -ῶνος αρσενικό

  1. ο βίος, η χρονική περίοδος της ζωής
  2. αιώνας, μεγάλη απροσδιόριστη περίοδος

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]