αἱμασιά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική αἱμασιά αἱμασιά αἱμασιαί
Γενική αἱμασιᾶς αἱμασιαῖν αἱμασιῶν
Δοτική αἱμασι αἱμασιαῖν αἱμασιαῖς
Αιτιατική αἱμασιάν αἱμασιά αἱμασιάς
Κλητική αἱμασιά αἱμασιά αἱμασιαί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αἱμασιά < αἱμός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *seh₂ip- (φράκτης), συγγενές με το (αρχαία ελληνική ) αἱμός (< αἱπμός=δρυμός, δάσος ή ο ακανθώδης θάμνος Rhamnus paliurus / παλίουρος) και το (λατινικά) s(a)epes (φράχτης)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αἱμασιά θηλυκό

  • αιμασιά
    αἱμασιὰ πάλαι μὲν δοκεῖ ἐξ ἀκανθῶν εἶναι, δι' ὧν αἱμάσσεται χείρ, ὕστερον δὲ καὶ τὸ ἁπλῶς ἐκ χαλίκων τειχίον αἱμασιὰ ἐλέγετο. Φασὶ γοῦν οἱ παλαιοί ὅτι αἱμασιὰ ἐκ χαλίκων οἰκοδόμημα, τειχίον, θριγκός, καὶ ἕτερα τοιαῦτα, περὶ ὧν δηλοῦται καὶ ἐν τοῖς εἰς τὴν Ὀδύσσειαν (Ευστάθιος, Παρεκβολαὶ εἰς τὴν Ὁμήρου Ἰλιάδα καὶ Ὀδύσσειαν, 3, 325)

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]