αἱμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική αἱμός αἱμώ αἱμοί
Γενική αἱμοῦ αἱμοῖν αἱμῶν
Δοτική αἱμ αἱμοῖν αἱμοῖς
Αιτιατική αἱμόν αἱμώ αἱμούς
Κλητική αἱμέ αἱμώ αἱμοί

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αἱμός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *seh₂ip- (φράκτης)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αἱμός αρσενικό

  1. δρυμός, δάσος
  2. (βοτανική) παλίουρος, παλιούρι, ο ακανθώδης θάμνος Rhamnus paliurus

Πηγές[επεξεργασία]