Μετάβαση στο περιεχόμενο

αἴδεσις

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Αἰδέσις

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική αἴδεσῐς αἱ αἰδέσεις
      γενική τῆς αἰδέσεως τῶν αἰδέσεων
      δοτική τῇ αἰδέσει ταῖς αἰδέσεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν αἴδεσῐν τὰς αἰδέσεις
     κλητική ! αἴδεσῐ αἰδέσεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  αἰδέσει
γεν-δοτ τοῖν  αἰδεσέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αἴδεσις < αἰδέομαι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αἴδεσις, -εως θηλυκό

  1. (νομικός όρος) συγχώρηση προς τον δολοφόνο των συγγενών ενός φονευθέντος σε περίπτωση ακούσιας δολοφονίας με αποτέλεσμα τον μετριασμό της ποινής του
      4ος πκε αιώνας Δημοσθένης, Κατὰ Μειδίου περὶ τοῦ κονδύλου, 43
    ἔπειθ᾽ οἱ φονικοὶ τοὺς μὲν ἐκ προνοίας ἀποκτιννύντας θανάτῳ καὶ ἀειφυγίᾳ καὶ δημεύσει τῶν ὑπαρχόντων ζημιοῦσι, τοὺς δ᾽ ἀκουσίως αἰδέσεως καὶ φιλανθρωπίας πολλῆς ἠξίωσαν.
    Οι νόμοι έπειτα που αφορούν φόνους τιμωρούν όσους φονεύουν εκ προμελέτης με θάνατο, ισόβια εξορία και δήμευση της περιουσίας, ενώ όσους φονεύουν ακούσια, τους κρίνουν άξιους μεγάλης συμπάθειας και φιλανθρωπίας.
    Μετάφραση (1989): Γ. Ξανθάκη-Καραμάνου, Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών @greeklanguage.gr
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Ἀθηναίων πολιτεία, 57.3 @scaife.perseus
    ἐὰν δʼ ἀποκτεῖναι μέν τις ὁμολογῇ, φῇ δὲ κατὰ τοὺς νόμους, οἷον μοιχὸν λαβών, ἢ ἐν πολέμῳ ἀγνοήσας, ἢ ἐν ἄθλῳ ἀγωνιζόμενος, τούτῳ ἐπὶ Δελφινίῳ δικάζουσιν· ἐὰν δὲ φεύγων φυγὴν ὧν αἴδεσίς ἐστιν, αἰτίαν ἔχῃ ἀποκτεῖναι ἢ τρῶσαί τινα, τούτῳ δʼ ἐν Φρεάτου δικάζουσιν, ὁ δʼ ἀπολογεῖται προσορμισάμενος ἐν πλοίῳ.
  2. συγχώρεση, σεβασμός, συμπάθεια
      3ος/4ος κε αιώνας Ευσέβιος Καισαρείας, Praeparatio Evangelica, 8.6.8, @scaife.perseus
    τού τοῖς δ’ οὑν αἰδέσεως καὶ τιμῆς τυγχάνοντες πῶς οὐχ ὑπερβάλλειν εὐτυχίᾳ τοὺς ἄλλους φαίνονται;

Συγγενικά

[επεξεργασία]