Μετάβαση στο περιεχόμενο

αἴθαλος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική αἴθαλος οἱ αἴθαλοι
      γενική τοῦ αἰθάλου τῶν αἰθάλων
      δοτική τῷ αἰθάλ τοῖς αἰθάλοις
    αιτιατική τὸν αἴθαλον τοὺς αἰθάλους
     κλητική ! αἴθαλε αἴθαλοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  αἰθάλω
γεν-δοτ τοῖν  αἰθάλοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

αἴθαλος < Συγγενική η μυκηναϊκή a3𐀲𐀫 (a3-ta-ro) < πρωτοελληνική *áitʰalos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂eydʰ-

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αἴθαλος, -ου αρσενικό (ελληνιστική κοινή)

  1. φλόγα καπνίζουσα, καπνιά
  2. στάχτη
  3. (φυτό, φρούτο) είδος μαύρου σταφυλιού καλλιεργημένο στην Αίγυπτο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]