αἴλουρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: αίλουρος

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική αἴλουρος αἰλούρω αἴλουροι
Γενική αἰλούρου αἰλούροιν αἰλούρων
Δοτική αἰλούρ αἰλούροιν αἰλούροις
Αιτιατική αἴλουρον αἰλούρω αἰλούρους
Κλητική αἴλουρε αἰλούρω αἴλουροι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αἴλουρος < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αἴλουρος αρσενικό ή θηλυκό

  1. (ζωολογία) γάτα
  2. (βοτανική) αναγαλλίδα