αἴλουρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : αίλουρος

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική αἴλουρος αἰλούρω αἴλουροι
Γενική αἰλούρου αἰλούροιν αἰλούρων
Δοτική αἰλούρ αἰλούροιν αἰλούροις
Αιτιατική αἴλουρον αἰλούρω αἰλούρους
Κλητική αἴλουρε αἰλούρω αἴλουροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αἴλουρος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αἴλουρος αρσενικό ή θηλυκό

  1. (ζωολογία) γάτα
  2. (βοτανική) αναγαλλίδα