Μετάβαση στο περιεχόμενο

αἴξ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
αἰγ-
ονομαστική / αἴξ οἱ/αἱ αἶγες
      γενική τοῦ/τῆς αἰγός τῶν αἰγῶν
      δοτική τῷ/τῇ αἰγῐ́ τοῖς/ταῖς αἰξῐ́(ν)
αἴγεσῐ(ν) (επικός)
αἴγεσσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν/τὴν αἶγ τοὺς/τὰς αἶγᾰς
     κλητική ! αἴξ αἶγες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  αἶγε
γεν-δοτ τοῖν  αἰγοῖν
3η κλίση, Κατηγορία 'φλόξ' όπως «φλόξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αἴξ < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *aíks < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂eyǵ- (κατσίκα). Συγγενή: παλαιά αρμενική այծ (ayc), σανσκριτική एड (ajā), αλβανική dhi (κατσίκα).[1] Απορρίπτεται ως παρασύνδεση ο συσχετισμός με το ρήμα ἀΐσσω διότι η ρίζα αυτού του ρήματος είναι αἴκ- όχι αἴγ-.[2]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αἴξ, -γός αρσενικό ή θηλυκό

  1. (θηλαστικό ζώο) η κατσίκα
      τὸν δὲ βοῦν ὅταν θύσωσιν, [δ]ιανεμέτωσαν τοῖς συμπομπεύσασιν, τὸν δὲ κριὸν καὶ τὴν αἶγα καὶ τὸν ἀττηγὸν διανεμέτωσαν τῶι τε στεφανηφό[ρ]ωι καὶ τῆι ἱερείαι καὶ τοῖς πολεμάρχαις καὶ τοῖς προέδροις [κα]ὶ νεωποίαις καὶ εὐθύνοις καὶ τοῖς λητουργήσασιν, διανε[μέ]τωσαν δὲ ταῦτα οἱ οἰκονόμοι.
    Όταν θυσιάσουν τον ταύρο, θα πρέπει να τον μοιράσουν στους συμμετέχοντες στην πομπή, το δε κριάρι και την κατσίκα και τον τράγο (που ονομάζεται αττηγός) πρέπει να διανέμουν στους στεφανοφόρους και στις ιέρειες και στους πολεμάρχους (στρατηγούς) και στους προέδρους και στους νεοποιούς και σε όσους έχουν αναλάβει δημόσιες λειτουργίες, διανέμουν αυτά οι οικονόμοι.
    (CGRN 194 Διάταγμα σχετικά με τη γιορτή του Δία. Σωσίπολη στη Μαγνησία του Μαιάνδρου περίπου 197/6 ή δεκαετία του 180 π.Χ. )
     αντώνυμα: τράγος
     δείτε και τη λέξη ἔριφος
  2. (φράση) «αἲξ ἄγριος» αγριοκάτσικο, αίγαγρος
    λατινική: ibex
  3. υδρόβιο πτηνό, μάλλον από το γένος των χηνών
  4. (πληθυντικός) «αἶγες» μεγάλα, υψηλά κύματα
  5. λαμπρό πυρώδες μετέωρο

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Λέξεις άλλης ετυμολογικής προέλευσης

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Δεν υπάρχει τέτοιος αριθμός σελίδας.
    There is no such page number.
    /mode/1up αἴξ, αἰγός σελ. 40-1
     -  Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.
  2. αἴξ - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
  3. αἰγιπάστας -  Diccionario Griego-Español (DGE en línea) [Λεξικό ελληνικών (αρχαίων) - ισπανικών online] (στα ισπανικά) του Francisco R. Adrados (Φρανθίσκο Αδράδος) & Juan Rodríguez Somolinos, έως στο λήμμα «ἔξαυος» (συντομογραφίες).