αἴξ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: αιξ

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική αἴξ αἶγε αἶγες
Γενική αἰγός αἰγοῖν αἰγῶν
Δοτική αἰγί αἰγοῖν αἰξί(ν)
Αιτιατική αἶγα αἶγε αἶγας
Κλητική αἴξ αἶγε αἶγες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αἴξ < ἀΐσσω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αἴξ θηλυκό

  1. (ζωολογία) η κατσίκα
  2. αἶγες : μεγάλα κύματα