αἴολος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Αἴολος, αἰόλος, αίολος, έωλος, ἕωλος

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική αἴολος αἰόλω αἴολοι
Γενική αἰόλου αἰόλοιν αἰόλων
Δοτική αἰόλ αἰόλοιν αἰόλοις
Αιτιατική αἴολον αἰόλω αἰόλους
Κλητική αἴολε αἰόλω αἴολοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αἴολος < εἰλέω ή αἰών

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αἴολος αρσενικό

  1. (ιχθυολογία) είδος ψαριού, είδος σκάρου
  2. ο αριθμός τέσσερα (κατά τους Πυθαγορείους)
  3. έτος (κατά τους Πυθαγορείους)