Μετάβαση στο περιεχόμενο

αἶθος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική αἶθος οἱ αἶθοι
      γενική τοῦ αἴθου τῶν αἴθων
      δοτική τῷ αἴθ τοῖς αἴθοις
    αιτιατική τὸν αἶθον τοὺς αἴθους
     κλητική ! αἶθε αἶθοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  αἴθω
γεν-δοτ τοῖν  αἴθοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «κῆπος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ αἶθος τὰ αἴθη - αἴθε
      γενική τοῦ αἴθους - αἴθεος τῶν αἰθῶν - αἰθέων
      δοτική τῷ αἴθει - αἴθεῐ̈ τοῖς αἴθεσ(ν)
    αιτιατική τὸ αἶθος τὰ αἴθη - αἴθεα
     κλητική ! αἶθος αἴθη - αἴθεα
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  αἴθει - αἴθεε
γεν-δοτ τοῖν  αἰθοῖν - αἰθέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «σκεῦος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

αἶθος < αἴθω +-ος < πρωτοελληνική *áitʰalos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂eydʰ-

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αἶθος, -ου/-ους αρσενικό ή ουδέτερο

  1. ο καύσωνας
  2. η φωτιά

Συγγενικά

[επεξεργασία]