Μετάβαση στο περιεχόμενο

αἷμα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: αίμα

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αἷμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική αἷμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αἷμα ουδέτερο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

ιδιωματικοί τύποι:

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]
αἷμα (δείτε και το διαλεκτικό γαῖμα)
νέα ελληνικά: αίμα (δείτε και το διαλεκτικό γαίμα)



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ αἷμᾰ τὰ αἵμᾰτ
      γενική τοῦ αἵμᾰτος τῶν αἱμᾰ́των
      δοτική τῷ αἵμᾰτ τοῖς αἵμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ αἷμᾰ τὰ αἵμᾰτ
     κλητική ! αἷμᾰ αἵμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  αἵμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  αἱμᾰ́τοιν
Ο πληθυντικός σχετικά σπάνιος μέχρι τα ελληνιστικά χρόνια.
3η κλίση, Κατηγορία 'κτῆμα' όπως «κτῆμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αἷμα: αβέβαιης ετυμολογίας· ίσως < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sai- (παχύρρευστο υγρό), ίσως συγγενές του αἰονάω (μουσκεύω)· ίσως < ΒΔ σημιτικό ḤYM [1]
Δείτε περισσότερα: αἷμα στο αγγλικό Βικιλεξικό

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αἷμα ουδέτερο

  1. το αίμα
  2. (στον πληθυντικό αἵματα) ποταμός αίματος, πολύ αίμα
  3. ο φόνος
    ὅμαιμον αἷμα (ο φόνος συγγενούς)
    ἐφ᾽ αἵματι φεύγειν (για να γλιτώσει δίκη για φόνο)
  4. η καταγωγή, η εξ αίματος συγγένεια
    μητρὸς τῆς ἐμῆς ἐν αἵματι (συγγενής της μητέρας με εξ αίματος συγγένεια)
  5. (ελληνιστική σημασία) ό,τι μοιάζει με αίμα, π.χ. ο χυμός του σταφυλιού αλλά και το χρώμα που έβγαζαν από την άγχουσα (Anchusa tinctoria) και το χρησιμοποιούσαν μεταξύ άλλων και σαν ρουζ

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • οὐκ ἔχων αἷμα (που δεν έχει ψυχή, θάρρος, παλμό, ένταση, ο άτονος, ο λιγόψυχος)

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]
 δείτε αιματο-

Αλλόγλωσσα παράγωγα

[επεξεργασία]
  1. Keyser (2016) A Semitic Etymology for Greek αἷμα 10.2143/SE.58.0.3170093 @peeters-leuven