αἷμα
Εμφάνιση
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αἷμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική αἷμα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αἷμα ουδέτερο
- το αίμα
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]ιδιωματικοί τύποι:
Συγγενικά
[επεξεργασία]- αἱμαγωγός
- αἱματεκχυσία
- αἱματία
- αἱματίς
- αἱματίτσιν
- αἱματοβόρος
- αἱματοδόχος
- αἱματοειδής
- αἱματοκαρδιοπότης
- αἱματοκυλισία
- αἱματοκυλῶ
- αἱματοπίνος
- αἱματοπληγωμένος
- αἱματοπότης
- αἱματοποτίζω
- αἱματοφλογίζομαι
- αἱματοφόνος
- αἱματόφυρτος
- αἱματοχυσία
- αἱματοχύτης
- αἱματώδης
- αἱματώνω
- ἀναίματος
- ἐξαιματώνω
- καταιματώνω
- καταματώνω
- ξαιματώνω
- ξηματώνω
- ὁλοαιμάτωτος
- ὁλομάτωτος
Απόγονοι
[επεξεργασία]- αἷμα (δείτε και το διαλεκτικό γαῖμα)
- ⇒ νέα ελληνικά: αίμα (δείτε και το διαλεκτικό γαίμα)
Πηγές
[επεξεργασία]- αἷμα - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
- σελ.122, Τόμος 1 - ⌘ Κριαράς, Εμμανουήλ. Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Τόμοι Α-… (1969-). Επιμελητές: Τόμοι 1-14, Κριαράς. Τόμοι 15-22, Ιωάννης Ν. Καζάζης. Τόμοι 23-… Γ. Κ. Γιαννάκης. Πολυτονικό σύστημα: τόμοι 1-4, μονοτονικό: τόμοι 5-τέλος, pdf.Βιβλιογραφία. Οι τόμοι 1-18 στα Άπαντα Εμμανουήλ Κριαρά στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | αἷμᾰ | τὰ | αἵμᾰτᾰ |
| γενική | τοῦ | αἵμᾰτος | τῶν | αἱμᾰ́των |
| δοτική | τῷ | αἵμᾰτῐ | τοῖς | αἵμᾰσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸ | αἷμᾰ | τὰ | αἵμᾰτᾰ |
| κλητική ὦ! | αἷμᾰ | αἵμᾰτᾰ | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | αἵμᾰτε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | αἱμᾰ́τοιν | ||
| Ο πληθυντικός σχετικά σπάνιος μέχρι τα ελληνιστικά χρόνια. | ||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'κτῆμα' όπως «κτῆμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αἷμα: αβέβαιης ετυμολογίας· ίσως < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sai- (παχύρρευστο υγρό), ίσως συγγενές του αἰονάω (μουσκεύω)· ίσως < ΒΔ σημιτικό ḤYM [1]
- Δείτε περισσότερα: αἷμα στο αγγλικό Βικιλεξικό
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αἷμα ουδέτερο
- το αίμα
- (στον πληθυντικό αἵματα) ποταμός αίματος, πολύ αίμα
- ο φόνος
- ὅμαιμον αἷμα (ο φόνος συγγενούς)
- ἐφ᾽ αἵματι φεύγειν (για να γλιτώσει δίκη για φόνο)
- η καταγωγή, η εξ αίματος συγγένεια
- μητρὸς τῆς ἐμῆς ἐν αἵματι (συγγενής της μητέρας με εξ αίματος συγγένεια)
- (ελληνιστική σημασία) ό,τι μοιάζει με αίμα, π.χ. ο χυμός του σταφυλιού αλλά και το χρώμα που έβγαζαν από την άγχουσα (Anchusa tinctoria) και το χρησιμοποιούσαν μεταξύ άλλων και σαν ρουζ
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- οὐκ ἔχων αἷμα (που δεν έχει ψυχή, θάρρος, παλμό, ένταση, ο άτονος, ο λιγόψυχος)
Παράγωγα
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]- αἱμαγωγός
- αἱμακορίαι
- αἱματεκχυσία
- αἱματηφόρος
- αἱματοειδής
- αἱματολοιχός
- αἱματοποσία
- αἱματοπώτης
- αἱματορρόφος
- αἱματόρρυτος
- αἱματοσταγής
- αἱματοσφαγής
- αἱματύφυρτος
- αἱματοχάρμης
- αἱματώδης
- αἱματωπός // αἱματώψ
- αἱμοβαρής
- αἱμοβαφής
- αἱμοβόρος
- αἱμόδιψος
- αἱμομειξία
- αἱμορραγής, αἱμορραγέω, αἱμορραγία
- αἱμόρροος, αἱμορροέω, αἱμόρροια
- αἱμορροϊκός
- αἱμορροΐς, αἱμορροΐδες
- αἱμόρραντος
- αἱμόρρυτος
- αἱμοφόρυκτος
- αἱμωδέω / αἱμωδιάω
- αἱμωδία
- → δείτε αιματο-
Πηγές
[επεξεργασία]- αἷμα - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- αἷμα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
- ↑ Keyser (2016) A Semitic Etymology for Greek αἷμα 10.2143/SE.58.0.3170093 @peeters-leuven
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'κτῆμα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'κτῆμα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπερισπώμενες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με άγνωστη ετυμολογία (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ελληνιστική σημασία για αρχαίες λέξεις
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)