Μετάβαση στο περιεχόμενο

αὐλή

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική αὐλή αἱ αὐλαί
      γενική τῆς αὐλῆς τῶν αὐλῶν
      δοτική τῇ αὐλ ταῖς αὐλαῖς
    αιτιατική τὴν αὐλήν τὰς αὐλᾱ́ς
     κλητική ! αὐλή αὐλαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  αὐλᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  αὐλαῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αὐλή < (ίσως) ἄημι[1] ή πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂wes- / *h₂ews- (περνώ τη νύχτα) + *-leh₂

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αὐλή; )ῆς θηλυκό

  1. εσωτερικός ή περιμετρικός χώρος μπροστά ή μέσα στην κατοικία, συνήθως περιφραγμένος, όπου λάμβαναν χώρα οικογενειακές, τελετουργικές ή πρακτικές δραστηριότητες, αυλή
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 4 (Δ. Ὁρκίων σύγχυσις. Ἀγαμέμνονος ἐπιπώλησις.), στίχ. 433
    ὥς τ’ ὄϊες πολυπάμονος ἀνδρὸς ἐν αὐλῇ
  2. περιφραγμένος αγροτικός χώρος για τη φύλαξη ή τη διανυκτέρευση ζώων
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 5 (Ε. Διομήδους ἀριστεία.), στίχ. 138
    δὴ τότε μιν τρὶς τόσσον ἕλεν μένος ὥς τε λέοντα ὅν ῥά τε ποιμὴν ἀγρῷ ἐπ’ εἰροπόκοις ὀΐεσσι χραύσῃ μέν τ’ αὐλῆς ὑπεράλμενον οὐδὲ δαμάσσῃ·
  3. εξοχική κατοικία, αγροικία
  4. προαύλιο ή εξωτερικός περίβολος ιερού χώρου, που λειτουργούσε ως μεταβατικός χώρος πριν την είσοδο στο άδυτο ή στον ναό
  5. κατοικία βασιλέα ή ηγεμόνα, και (κατ’ επέκταση) ο κύκλος των αυλικών του παλατιού

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. «φυσώ (καθώς, η αὐλή ήταν ανοιχτή στον αέρα)» αὐλή - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012