αὐξάνω
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| Αρχικοί χρόνοι |
Φωνή Eνεργητική |
Φωνή Μέση & Παθητική |
|---|---|---|
| Ενεστώτας | (Χρειάζεται διαχωρισμό ρημάτων) αὐξάνω → δείτε και τη λέξη αὔξω |
αὐξάνομαι, αὔξομαι |
| Παρατατικός | ηὔξον | ηὐξόμην, ηὐξανόμην |
| Μέλλοντας | αὐξήσω, αὐξανῶ | αὐξήσομαι & αὐξηθήσομαι |
| Αόριστος | ηὔξησα | - & ηὐξήθην και ηὐθύνθην |
| Παρακείμενος | ηὔξηκα | ηὔξημαι |
| Υπερσυντέλικος | ηὐξήμην | |
| Συντελ.Μέλλ. |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αὐξάνω < ... → δείτε το ρήμα αὔξω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂uegs- < *h₂ueg-[1] (αυξάνω). Συγγενή: λατινική augeo, αγγλική wax.
(Χρειάζεται να μεταφερθεί η ετυμολογία στο αὔξω)
Ρήμα
[επεξεργασία]αὐξάνω ιωνικός τύπος & αττικός τύπος του αὔξω
- καθιστώ κάτι μεγάλο
- προάγω, εξαίρω, εκθειάζω, ανυψώνω
- (παθητικό αὐξάνομαι) αυξάνομαι, δυναμώνω, γίνομαι μεγαλύτερος, ισχυροποιούμαι, σηκώνομαι, ψηλώνω
(και με προληπτικό κατηγορούμενο) Φίλιππος ηὐξήθη μέγας
Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε το ρήμα αὔξω
Παράγωγα
[επεξεργασία]Με προθέσεις:
Κλίση
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ s.v. αὔξω σελ. 170 - ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
Πηγές
[επεξεργασία]- αὐξάνω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- αὐξάνω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.