Μετάβαση στο περιεχόμενο

αὐτίκα

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αὐτίκα < αὐτ(ός) + -ίκα[1]. Παραβάλετε αὖ, αὖτε.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /au̯.tí.ka/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός : αὐ‐τί‐κα

Επίρρημα

[επεξεργασία]

αὐτίκα (ῐᾰ) (χρονικό επίρρημα)

  1. πάραυτα, αυτοστιγμεί, αμέσως
    ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 18 (Σ. Ὁπλοποιία.), στίχ. 95 (95-96)
    «ὠκύμορος δή μοι, τέκος, ἔσσεαι, οἷ᾽ ἀγορεύεις·
    αὐτίκα γάρ τοι ἔπειτα μεθ᾽ Ἕκτορα πότμος ἑτοῖμος.»
    «Και τότε ολιγοήμερος θα είσαι, αγαπητέ μου,
    ότ᾽ ύστερ᾽ απ᾽ τον Έκτορα εγγύς σου είναι το τέλος».
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr [μεταγραφή σε μονοτονικό]
    1. αυτή η σημασία ενισχύεται με τα αὐτίκα νῦν, μάλ' αὐτίκα
    2. με μετοχή
      «αὐτίκ' ἰόντι» αμέσως όταν πήγαινε
      «αὐτίκα γενόμενος» αμέσως όταν γεννήθηκε
    3. «αὐτίκα καὶ μετέπειτα» τώρα και στην άλλη ζωή
    4. «τὸ αὐτίκα καὶ τὸ μέλλον»
    5. με ουσιαστικό
      «τὴν αὐτίχ' ἡμέραν»
      «ὁ αὐτίκα φόβος» ο στιγμιαίος φόβος
  2. (με αδύναμη σημασία) σύντομα
    → λατινική: mox
  3. για παράδειγμα, για να ξεκινήσουμε…
    «αὐτίκα δὴ μάλα»

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ αὐτίκα σελ. 172 - ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.