αὐτόπαις
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ/ἡ | αὐτόπαις | οἱ/αἱ | αὐτόπαιδες |
| γενική | τοῦ/τῆς | αὐτόπαιδος | τῶν | αὐτοπαίδων |
| δοτική | τῷ/τῇ | αὐτόπαιδᾰ | τοῖς/ταῖς | αὐτόπαισῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸν/τὴν | αὐτόπαιδα | τοὺς/τὰς | αὐτόπαιδᾰς |
| κλητική ὦ! | αὐτόπαι | αὐτόπαιδες | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | αὐτόπαιδε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | αὐτοπαίδοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'ἄπαις' όπως «ἄπαις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αὐτόπαις
- γνήσιο παιδί κάποιου (π.χ. του Δία), ή και με την έννοια "παιδί του ίδιου του Δία", το ίδιο του το παιδί
- ένα απλό παιδί (με την έννοια ότι είναι μόνο παιδί, όπως λέμε σήμερα "παιδί είναι, θα κάνει τα δικά του" ή όταν δεν θέλουμε να δείξουμε αυστηρότητα και αναφέρουμε σαν ελαφρυντικό την μικρή ηλικία κάποιου ή κάποιας για μια ενέργειά τους)
Πηγές
[επεξεργασία]- αὐτόπαις - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- αὐτόπαις - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'ἄπαις' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ἄπαις' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης κοινού γένους (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ἄπαις' κοινού γένους (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα αὐτό- (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -παις (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)