Μετάβαση στο περιεχόμενο

αὐτόπαις

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική / αὐτόπαις οἱ/αἱ αὐτόπαιδες
      γενική τοῦ/τῆς αὐτόπαιδος τῶν αὐτοπαίδων
      δοτική τῷ/τῇ αὐτόπαιδ τοῖς/ταῖς αὐτόπαισῐ(ν)
    αιτιατική τὸν/τὴν αὐτόπαιδα τοὺς/τὰς αὐτόπαιδᾰς
     κλητική ! αὐτόπαι αὐτόπαιδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  αὐτόπαιδε
γεν-δοτ τοῖν  αὐτοπαίδοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ἄπαις' όπως «ἄπαις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αὐτόπαις < αὐτό- (αὐτός) + -παις (παῖς)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αὐτόπαις

  1. γνήσιο παιδί κάποιου (π.χ. του Δία), ή και με την έννοια "παιδί του ίδιου του Δία", το ίδιο του το παιδί
  2. ένα απλό παιδί (με την έννοια ότι είναι μόνο παιδί, όπως λέμε σήμερα "παιδί είναι, θα κάνει τα δικά του" ή όταν δεν θέλουμε να δείξουμε αυστηρότητα και αναφέρουμε σαν ελαφρυντικό την μικρή ηλικία κάποιου ή κάποιας για μια ενέργειά τους)