αὐτότεχνος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αὐτότεχνος < αὐτός + -τεχνος < τέχνη

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αὐτότεχνος

  1. αυτοδίδακτος
  2. αυτός που κάνει μόνος του ό,τι μπορεί π.χ. για να βελτιώσει την υγεία του, κάνει τον ειδικό

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]