Μετάβαση στο περιεχόμενο

αὐτόφωρος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: αυτόφωρος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / αὐτόφωρος τὸ αὐτόφωρον
      γενική τοῦ/τῆς αὐτοφώρου τοῦ αὐτοφώρου
      δοτική τῷ/τῇ αὐτοφώρ τῷ αὐτοφώρ
    αιτιατική τὸν/τὴν αὐτόφωρον τὸ αὐτόφωρον
     κλητική ! αὐτόφωρε αὐτόφωρον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ αὐτόφωροι τὰ αὐτόφωρ
      γενική τῶν αὐτοφώρων τῶν αὐτοφώρων
      δοτική τοῖς/ταῖς αὐτοφώροις τοῖς αὐτοφώροις
    αιτιατική τοὺς/τὰς αὐτοφώρους τὰ αὐτόφωρ
     κλητική ! αὐτόφωροι αὐτόφωρ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ αὐτοφώρω τὼ αὐτοφώρω
      γεν-δοτ τοῖν αὐτοφώροιν τοῖν αὐτοφώροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αὐτόφωρος < αὐτό- + -φωρος < φώρ (ο κλέφτης).

Επίθετο

[επεξεργασία]

αὐτόφωρος, -ος, -ον

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]