α/φος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το α/φος τα α/φη
      γενική του α/φους των α/φών
    αιτιατική το α/φος τα α/φη
     κλητική α/φος α/φη
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Συντομομορφή[επεξεργασία]

α/φος αρσενικό, συντομογραφία

  • (αεροπορικός όρος) αεροσκάφος
    ※  To α/φος προσγειώθηκε στην Σαντορίνη, παρέλαβε ασθενή και την 15:50 αναχώρησε από Σαντορίνη για Αθήνα. […] Η προσγείωση έγινε στον ανατολικό διάδρομο του αερολιμένα (03R/21L) και μετά την έξοδο του α/φους στον τροχοδρόμο D ο χειριστής του […] (στο «Πόρισμα διερευνήσεως συμβάντος αεροπλάνου SX-APD 31 Μαΐου 2002, 15/2003», σ. 1 [= σ. 4 του pdf], διαθέσιμο ιστότοπος Επιτροπή Διερευνήσεως Ατυχηµάτων και Ασφάλειας Πτήσεων· πρόσβαση: 2020-09-17)

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά σε τεχνικά ή εξειδικευμένα αεροπορικά κείμενα