α στο διάλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

α στο διάλο < α + στο + διάλο < άει (άντε) + στο + διάβολο

Έκφραση[επεξεργασία]

α στο διάλο σύντομη μορφή του άντε στο διάλο

  1. (χυδαίο) ύβρις, κατά την οποία ο υβριστής καλεί τον υβριζόμενο να φύγει (και να πάει στο διάβολο, δηλαδή μακρυά)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]