βάδισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βάδισμα τα βαδίσματα
      γενική του βαδίσματος των βαδισμάτων
    αιτιατική το βάδισμα τα βαδίσματα
     κλητική βάδισμα βαδίσματα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάδισμα < αρχαία ελληνική βάδισμα < βαδίζω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βάδισμα ουδέτερο

  1. το κανονικό περπάτημα, χωρίς βιασύνη

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]