βάθρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βάθρο βάθρα
γενική βάθρου βάθρων
αιτιατική βάθρο βάθρα
κλητική βάθρο βάθρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάθρο < αρχαία ελληνική βάθρον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βάθρο ουδέτερο

  1. βάση στην οποία στηρίζεται κάποιο αντικείμενο για επίδειξη
  2. υπερυψωμένο σημείο σε εξέδρα ή στο δάπεδο στο οποίο ανεβαίνει κάποιος ομιλητής για να μιλήσει στο κοινό
    Συνώνυμα βήμα
  3. (αθλητισμός) βάση με διαφορετικά επίπεδα στα οποία στέκονται οι αθλητές που κέρδισαν μετάλλια για να τους απονεμηθούν.
    Συνώνυμα πόντιουμ
  4. (μεταφορικά) η βάση, το θεμέλιο, το στήριγμα
    για τη Βρετανία, οι ΗΠΑ λειτουργούσαν πάντοτε σαν ένα ευρωατλαντικό βάθρο ισχύος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ανεβαίνω / στέκομαι στο βάθρο: παίρνω μετάλλιο σε αγώνες
    για να δούμε, θα τα καταφέρει αυτή τη φορά να ανέβει στο βάθρο;
  • εκ βάθρων:

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]