βάθρον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάθρον < ἀπό + βάθρον ( < βαίνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βάθρον αρσενικό (& ιωνικός τύπος ἀπνευβάθρη

  1. βάθρο
  2. βάση, υπόβαθρο, βαθμίδα (σκαλί)
  3. κατώφλι
  4. χείλος (π.χ. κινδύνου)